"The word spleen comes from the Greek σπλήν, and is the idiomatic equivalent of the heart in English, i.e. to be good-spleened (εὔσπλαγχνος) means to be good-hearted or compassionate."
"The connection between spleen (the organ) and melancholy (the temperament) comes from the humoral medicine of the ancient Greeks. One of the humours (body fluid) was the black bile, secreted by the spleen organ and associated with melancholy. In contrast, the Talmud (tractate Berachoth 61b) refers to the spleen as the organ of laughter while possibly suggesting a link with the humoral view of the organ. In the eighteenth- and nineteenth-century England, women in bad humour were said to be afflicted by the spleen, or the vapours of the spleen. In modern English, "to vent one's spleen" means to vent one's anger, e.g. by shouting, and can be applied to both males and females. Similarly, the English term "splenetic" is used to describe a person in a foul mood."
(Wikipedia)
CHARLES BAUDELAIRE
SPLEEN (1)
Je suis comme le roi d'un pays pluvieux,
Riche, mais impuissant, jeune et pourtant très vieux,
Qui, de ses précepteurs méprisant les courbettes,
S'ennuie avec ses chiens comme avec d'autres bêtes.
Rien ne peut l'égayer, ni gibier, ni faucon,
Ni son peuple mourant en face du balcon.
Du bouffon favori la grotesque ballade
Ne distrait plus le front de ce cruel malade ;
Son lit fleurdelisé se transforme en tombeau,
Et les dames d'atour, pour qui tout prince est beau,
Ne savent plus trouver d'impudique toilette
Pour tirer un souris de ce jeune squelette.
Le savant qui lui fait de l'or n'a jamais pu
De son être extirper l'élément corrompu,
Et dans ces bains de sang qui des Romains nous viennent,
Et dont sur leurs vieux jours les puissants se souviennent,
Il n'a su réchauffer ce cadavre hébété
Où coule au lieu de sang l'eau verte du Léthé.
SPLEEN (2)
Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα
βαθύπλουτος μ' ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα
που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια
βαριέται γάτες και σκυλιά και τ' άλλα κατοικίδια
ούτε τραγούδι ή γιορτή το πνεύμα χαλαρώνει
ούτ' ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ απ' το μπαλκόνι
στ' αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα
το μέτωπο του δεν γελά σκληρό και γκρίζο πάντα
τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι
ενώ οι πουτάνες της αυλής του κλείνουνε το μάτι
Ο άγγελος του δεν μπορεί παρ' όλη τη σοφία
να βγάλει απ' το είναι του την χαλασμένη ουσία
κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας απ' τη Ρώμη
που στα στερνά του οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη
δεν το γιατρεύουν το κορμί του ηλίθιου τούτου άρρωστου
που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του
(Μετάφραση Νίκος Φωκάς)
SPLEEN (3)
Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ' όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν' έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός. Προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν' αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ' αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.
(Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης)
ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ


